Ενάντια στης φύσης τη λεηλασία, αγώνας για τη γη και την ελευθερία

Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2012

Το «παραεμπόριο» και τα λαθραία από την μεριά του καταναλωτή


Το πόσο τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης λειτουργούν προς όφελος του κράτους και του παρακράτους και σε βάρος των καταναλωτών, δεν φαίνεται πουθενά πιο ξεκάθαρα από την συκοφαντική δυσφήμιση του «παραεμπορίου», και την υποστήριξη που παρέχουν στην διαβρωμένη από τον ναζισμό ελληνική αστυνομία (κρατική και δημοτική), όπως και στα τάγματα εφόδου της Χρυσής Αυγής ή των «αγανακτισμένων πολιτών», στις επιθέσεις τους κατά των μεταναστών πλανόδιων πωλητών. Το αν οι χαμηλές τιμές του «παραεμπορίου» ευνοούν τον καταναλωτή, ποτέ δεν μπαίνει καν σαν θέμα συζήτησης.

Κι όμως, οι Έλληνες δεν ήταν πάντα τόσο πλούσιοι, όπως σήμερα, που το κατά κεφαλήν εισόδημα ήταν πάνω από είκοσι οκτώ χιλιάδες δολάρια το 2010, όσο και να έχει μειωθεί καναδυό χιλιάδες δολάρια σήμερα λόγω κρίσης. Θυμάμαι την δεκαετία του 1960, που η οικονομική κατάσταση μεγάλης μερίδας του πληθυσμού, επειδή δεν είχε μετρητά να αγοράσει ούτε ρούχα ούτε πιο ακριβά είδη διαρκείας, αγόραζε ρούχα με δόσεις και για πιο ακριβά είδη, όπως ρολόγια και μικροσυσκευές, αναζητούσε να αγοράσει αυτά που εισαγόντουσαν λαθραία. Οι δρόμοι της Αθήνας ήταν γεμάτοι από πλανόδιους, οι οποίοι πουλούσαν κάθε λογής μικροπράματα, από κάλτσες και τσατσάρες μέχρι βιβλία και είδη σπιτιού, χωρίς αυτοί να συγκεντρώνουν πάνω τους την κατακραυγή των Μ.Μ.Ε. και να γίνονται στόχοι επιθέσεων από τα φασιστικά τάγματα εφόδου, αν και τότε η αστυνομία τους κυνηγούσε και γι αυτό, οι περισσότεροι συνεργαζόντουσαν με άτομα που τους ειδοποιούσαν για τον ερχομό της (τσιλιαδόρους). Ακόμα και σήμερα υπάρχουν τέτοιοι Έλληνες πλανόδιοι, όσο και αν τα Μ.Μ.Ε. δεν τους βλέπουν, ή έχουν το προνόμιο να εξασφαλίζουν άδειες που δεν δίνονται σε μετανάστες ή τσιγγάνους, όσα λεφτά να είναι οι τελευταίοι πρόθυμοι να διαθέσουν γι αυτές. Στο παρελθόν, οι περισσότεροι Έλληνες πλανόδιοι πουλούσαν χωρίς άδεια και γι αυτό τους κυνηγούσε η αστυνομία. Και δικοί μου συγγενείς της προηγούμενης γενιάς κάνανε τους πλανόδιους την δεκαετία του 1940, όταν καταφύγανε με τις οικογένειές τους στην Αθήνα, κυνηγημένοι από τις πόλεις, όπου γεννήθηκαν και μεγάλωσαν, από την αστυνομία και τα τάγματα εφόδου της μεταπολεμικής και εμφυλιοπολεμικής Ελλάδας. Κυνηγημένοι, δηλαδή, από τους αστυνομικούς και τους φασίστες εκείνης της εποχής, των οποίων οι σημερινοί αστυνομικοί και φασίστες είναι σε μεγάλο μέρος εγγόνια. Οι χωρίς άδεια πλανόδιοι έμποροι, των πρώτων δεκαετιών μετά τον πόλεμο, όχι μόνο δεν συγκεντρώνανε καμιά κοινωνική κατακραυγή σαν φοροφυγάδες κλπ. αλλά, αντίθετα, προσελκύανε την συμπάθεια της κοινωνίας, όπως φαίνεται και στις ταινίες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου (της χρυσής, θα έλεγα, εποχής του ελληνικού κινηματογράφου). Προσελκύανε την συμπάθεια, γιατί ενώ παλεύανε σκληρά για να βγάλουν το ψωμί τους και να ζήσουν την οικογένειά τους (βιοπαλαιστές), βρισκόντουσαν πάντα στο στόχαστρο της ελληνικής αστυνομίας (τότε «χωροφυλακής»). Και όπως σήμερα, όταν τους στερούσαν οι αστυνομικοί την οποιαδήποτε δυνατότητα να κάνουν το πλανόδιο «παραεμπόριο» καταφεύγανε από την αυτοκτονία μέχρι το μικροέγκλημα, όπως θα διαπιστώσει κανείς αν δει «κοινωνικές» ταινίες της εποχής σαν την «Συνοικία το όνειρο» του 1961. Και τα Μ.Μ.Ε. της εποχής εκείνης, δηλ. οι εφημερίδες και το ραδιόφωνο, δεν τολμούσαν να οργανώνουν πογκρόμ εναντίον τους, όπως κάνουν τα σημερινά. Ενώ ο κινηματογράφος, την εποχή εκείνη που γέμιζαν πάντα οι κινηματογράφοι, θερινοί ή χειμερινοί, έπαιρνε σταθερά θέση υπέρ τους. Ακόμα και όσων πουλούσαν λαθραία υφάσματα, ρολόγια, ραδιοφωνάκια (τα «τρανζίστορ») κλπ. Η αστυνομία της εποχής εκείνης πάντα παρουσιαζόταν σαν ο εχθρός του φτωχού βιοπαλαιστή, αν και για λόγους λογοκρισίας οι σεναριογράφοι και οι σκηνοθέτες των ελληνικών ταινιών της εποχής, παρουσιάζανε συχνά τους αστυνομικούς σαν μεγαλόψυχους που στο τέλος απελευθέρωναν τους συλληφθέντες πλανόδιους μικροπωλητές.

Σε πολύ χειρότερη θέση από αυτήν που βρισκόντουσαν οι πλανόδιοι μικροπωλητές των πρώτων δεκαετιών μετά τον πόλεμο, βρίσκονται οι σημερινοί πλανόδιοι μικροπωλητές αν δεν έχουν χαρτιά, όπως συμβαίνει πολλές φορές με τους μετανάστες. Αν και αυτοί έχουν καταλήξει στο μικροεμπόριο («παραεμπόριο» κατά την αστυνομική ορολογία που υιοθετούν πάντα τα Μ.Μ.Ε.) για τους ίδιους λόγους, όπως οι Έλληνες πρόδρομοί τους (πόλεμος, μετανάστευση, πολιτικές διώξεις στις πατρίδες τους κλπ.). Γιατί τώρα το «παραεμπόριο» εξισώνεται από τα Μ.Μ.Ε. και αντιμετωπίζεται από την αστυνομία σαν έγκλημα, ενώ οι μετανάστες μικροπωλητές γίνονται θύματα άγριων ξυλοδαρμών και ληστειών από φασιστικά τάγματα εφόδου. Ακόμη χειρότερα: Τα σοβαρά αυτά εγκλήματα (άγριοι ξυλοδαρμοί = βαριές σκοπούμενες σωματικές βλάβες κατά την νομική ορολογία, ληστείες κλπ.) μένουν πάντα ατιμώρητα, ενώ αντίθετα, τα θύματά τους πολλές φορές φυλακίζονται και απελαύνονται. Και τα Μ.Μ.Ε. ποτέ δεν διαμαρτύρονται για τους κακοποιούς που κακοποιούν και ληστεύουν μικροπωλητές μετανάστες και μετά κυκλοφορούν ανενόχλητοι ανάμεσά μας μέχρι το επόμενο έγκλημά τους. Ακόμα και αν υπάρχουν καταγγελίες ότι οι ληστείες γίνονται ακόμα και μέσα σε σπίτια μεταναστών από αστυνομικούς που επικαλούνται ότι έχουν πάντα τον νόμο με το μέρος τους. Με λίγα-λόγια, ενώ από την δεκαετία του 1960 έχουν περάσει πάνω από 40 χρόνια, η θέση του φτωχού βιοπαλαιστή που αγωνίζεται νυχθημερόν να επιβιώσει κάνοντας τον πλανόδιο μικροπωλητή, αντί να έχει βελτιωθεί κατά πολύ λόγω του πλουτισμού και της ανόδου του μορφωτικού επιπέδου των Ελλήνων, έχει γίνει απείρως χειρότερη. Και μάλιστα με πρωτοβουλία του κράτους, ενός κράτους που φροντίζει συστηματικά να συντρίβει τους αδύναμους βιοπαλαιστές και να χαϊδεύει τους εγκληματίες που τους ληστεύουν και τους κακοποιούν.

Αυτοί οι συνεχείς διωγμοί, τελικά, αποβαίνουν σε βάρος των καταναλωτών, οι οποίοι αναζητούν τους πλανόδιους μικροπωλητές για να αγοράσουν φτηνά. Οι καταναλωτές, δηλ., όταν το κράτος και οι φασιστικές συμμορίες οδηγούν στην εξαφάνιση των μικροπωλητών από τους δρόμους, υποχρεώνονται να αγοράζουν ομοειδή εμπορεύματα από μαγαζιά πολύ πιο ακριβά, ή να μην τα αγοράζουν καθόλου και να τα στερούνται. Και λέω ομοειδή εμπορεύματα, γιατί όλοι ξέρουμε ότι τα ακριβά μαγαζιά δεν πουλάνε τα ίδια εμπορεύματα που πουλούν οι πλανόδιοι μικροπωλητές. Και οι μάρκες των ομοειδών εμπορευμάτων στα μαγαζιά είναι διαφορετικές και οι ποιότητες. Έτσι δεν στέκει το χιλιοπροβλημένο «επιχείρημα» των διωκτών του «παραεμπορίου» για αθέμιτο ανταγωνισμό. Άλλωστε, κανένας μαγαζάτορας δεν έχει κατά βάθος πρόβλημα με τους μικροπωλητές, οι οποίοι πουλάνε συνήθως προϊόντα κατώτερης ποιότητας για τα φτωχότερα στρώματα του πληθυσμού, από την στιγμή που αυτοί που θέλουν καλύτερης ποιότητας εμπόρευμα το αγοράζουν από τα μαγαζιά. Πρόβλημα έχει με τον υψηλό Φ.Π.Α., την υψηλή φορολογία εισοδήματος και τόσες άλλες φορολογικές μεθόδους που χρησιμοποιεί για να πλουτίζει το πάντα «φτωχό» (!) ελληνικό κράτος με τους πολλούς πλούσιους κατοίκους του. Αν οι μαγαζάτορες είχανε να διαλέξουν μεταξύ της μείωσης του Φ.Π.Α. και των φόρων γενικότερα που τους πλήττουν, και της απαγόρευσης του «παραεμπορίου» των πλανόδιων μικροπωλητών, θα ήταν ηλίθιοι αν διαλέγανε το δεύτερο. Ένας π.χ. μαγαζάτορας που βλέπει τα ρολόγια του να του μένουν απούλητα επειδή η τιμή τους ανεβαίνει κατά πολύ λόγω Φ.Π.Α., ξέρει ότι αυτοί που δεν τα αγοράζουν δεν είναι οι ίδιοι που αγοράζουν τα ευτελούς αξίας ρολόγια των 5 και 10 ευρώ. Με λίγα-λόγια, ο μόνος κερδισμένος από τα πογκρόμ κατά των πλανόδιων μικροπωλητών, κατά του «παραεμπορίου», είναι αυτοί που πληρώνονται γι αυτά, δηλ. οι κάθε είδους αστυνομίες, και οι ληστές των μικροπωλητών, και ο μεγάλος χαμένος είναι οι καταναλωτές που δεν είναι σε θέση να βρουν στην αγορά φτηνά προϊόντα.

Η ίδια κατάσταση ισχύει και με τα λαθραία, όπως π.χ. τα λαθραία τσιγάρα. Ο διωγμός των μικροπωλητών τους βλάπτει τον καταναλωτή, γιατί υποχρεώνεται να αγοράζει τσιγάρα από τα περίπτερα, όπου είναι πολύ πιο ακριβά, όχι προς όφελος του περιπτερά αλλά προς όφελος του κράτους, το οποίο αυξάνει τις τιμές των τσιγάρων υπερβολικά με τους υπέρογκους φόρους που τους επιβάλει. Μόνο όσοι ζουν από το κράτος, με το να πληρώνονται από αυτούς τους φόρους, θα μπορούσαν ίσως να ισχυριστούν ότι ζημιώνονται από τα λαθραία τσιγάρα. Αν και θα είχαν κέρδος αν, όσοι από αυτούς καπνίζουν, αγόραζαν τα τσιγάρα στη μισή τιμή ή στο ένα τρίτο της τιμής, αντί να περιμένουν να πληρωθούν από τους υπέρογκους φόρους στα τσιγάρα, που οι περισσότεροι δεν γίνονται μέρος μισθών δημοσίων υπαλλήλων ούτε χρηματοδοτούν το «κοινωνικό κράτος». Οι περισσότεροι δεν γίνονται, επίσης, μέρος του μισθού όσων δημοσίων υπαλλήλων δεν καπνίζουν. Γι αυτό, η αύξηση ή η μείωση των καπνιστών δεν έχει άμεσο αντίκτυπο στην αύξηση ή μείωση των μισθών και των συντάξεων.

Βέβαια, αυτοί οι καταναλωτές που είναι άνετοι οικονομικά, δεν έχουν κανένα πρόβλημα από την εξαφάνιση των πλανόδιων μικροπωλητών. Και είναι πολλοί τέτοιοι στην Ελλάδα. Μια που έχουν λεφτά, δεν αγοράζουν ποτέ από πλανόδιους.  Αγοράζουν από μαγαζιά και μάρκες επώνυμες. Οι περισσότεροι καταναλωτές που αγοράζουν από τον δρόμο είναι είτε μετανάστες είτε Έλληνες άνεργοι των φτωχότερων κοινωνικών στρωμάτων. Αυτοί είναι που πλήττονται από την δίωξη του «παραεμπορίου». Η ζημιά δηλ. από την δίωξη του «παραεμπορίου» είναι διπλή: και για τους φτωχούς βιοπαλαιστές που καταφεύγουν στο «παραεμπόριο» για να ζήσουν και για τους φτωχούς καταναλωτές που δεν βρίσκουν φτηνά εμπορεύματα να αγοράσουν. Γι αυτό η δίωξη αυτή έχει αναπόφευκτα ταξικό χαρακτήρα. Αποσκοπεί στην συντριβή των φτωχότερων τάξεων, μεταναστών ή μη, η οποία ωφελεί το οργανωμένο έγκλημα που έτσι διογκώνεται από ανθρώπους που δεν έχουν που αλλού να καταφύγουν για να μην πεθάνουν από την πείνα καθώς και τις διωκτικές υπηρεσίες, που πληρώνονται για τους διωγμούς, όπως επίσης και όσους πληρώνονται για να χτίζουν και/η να διατηρούν στρατόπεδα συγκέντρωσης για άτομα χωρίς χαρτιά. Άλλωστε είναι γνωστό ότι εισρέουν στην Ελλάδα και καταλήγουν στις διωκτικές υπηρεσίες αρκετά λεφτά για την δίωξη των μεταναστών χωρίς χαρτιά και την φυλάκισή τους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Δεν είναι κάτι συνηθισμένο στην Ευρώπη όλο αυτό το αίσχος που επικρατεί κατά των πλανόδιων μικροπωλητών χωρίς άδεια στην Ελλάδα. Σε καμιά άλλη ευρωπαϊκή χώρα δεν δρουν τελείως ατιμώρητα οι φασιστικές συμμορίες εναντίον τους. Λες και βρισκόμαστε στην Λατινική Αμερική την εποχή των στρατιωτικών δικτατοριών (δεκαετία του1970 – μέχρι και δεκαετία 1990 ως την εκλογή του προέδρου Κλίντον των Η.Π.Α.) που τα φασιστικά, παρακρατικά, τάγματα θανάτου λειτουργούσαν ανεξέλεγκτα και ατιμώρητα. Και αυτή η ανεξέλεγκτη δράση των ναζιστικών συμμοριών στην Ελλάδα έχει καταγγελθεί και από τα πιο γνωστά μέσα ενημέρωσης του εξωτερικού. Κι όμως, τα ελληνικά Μ.Μ.Ε. συνεχίζουν να προβάλλουν την ναζιστική Χρυσή Αυγή και να την αποενοχοποιούν για την εγκληματική δράση των μελών ή συνοδοιπόρων της.

Αναπόφευκτο συμπέρασμα από τα παραπάνω είναι ότι οι αντιφασίστες, όπως και όσοι αγωνίζονται για να βελτιωθεί το βιοτικό επίπεδο των πιο φτωχών στρωμάτων του πληθυσμού της Ελλάδας, πρέπει να εντάξουν στον αντιφασιστικό τους αγώνα και  την υπεράσπιση των κατηγορουμένων για «παραεμπόριο» πλανόδιων μικροπωλητών, κάτι που άλλωστε το κάνουν ήδη κάποιες συλλογικότητες, με πιο γνωστή αυτήν του Οικονομικού Πανεπιστήμιου της Αθήνας, μπροστά από την πρόσοψη του οποίου έχουν γίνει πολλές μάχες μεταξύ αστυνομίας και φασιστικών συμμοριών από την μια μεριά και μεταναστών και αλληλέγγυων φοιτητών προς αυτούς από την άλλη. Τα ίδια έχουν γίνει και μπροστά στην είσοδο της αυλής της Νομικής Σχολής του Εθνικού Πανεπιστήμιου της Αθήνας. Εννοείται ότι όσοι σε αυτήν την χώρα υπερασπίζονται τους φτωχούς μετανάστες βιοπαλαιστές και τους φτωχούς καταναλωτές των προϊόντων τους είναι ταραξίες άξιοι της μοίρας που τους επιφυλλάσει συχνά-πυκνά η ελληνική αστυνομία. Ξέρει καλά, όμως, όλο αυτό το συνονθύλευμα υπερασπιστών των πογκρόμ και των φασιστικών συμμοριών, ότι οι αντιφασίστες αγωνιστές δεν «μασάνε» από συκοφαντίες και απειλές και όσο περνάει ο καιρός θα αυξάνονται, θα πληθύνονται και θα είναι πιο μαχητικοί.

Τέλος, ενημερώνω τους τυχόν υβριστές μου, ότι αποτελεί για μένα τιμή να συκοφαντούμαι και να υβρίζομαι από τους εχθρούς των φτωχών βιοπαλαιστών και των φτωχών καταναλωτών, είτε αυτοί είναι οργανωμένοι φασίστες, πληρωμένοι επί τούτου αστυνομικοί ή ψευτοαριστεροί υποστηρικτές του κράτους. Αποτελεί τιμή, γιατί σημαίνει ότι τα άρθρο μου είναι αρκετά εμπεριστατωμένο και κατανοητό, ώστε να το καταλαβαίνουν και οι μικρόνοοι φασίστες, πόσο μάλλον οι υπόλοιποι εχθροί των πλανόδιων μικροπωλητών. Σε τέτοιους υβριστές δεν θα επέτρεπα τον σχολιασμό, αν μπορούσα, και τώρα που δεν μπορώ, ούτε καν καταδέχομαι να διαβάσω τα υβριστικά τους σχόλια.
13:10, 09 Οκτ 2012 | fkekyr
πηγή: tvxs

Δεν υπάρχουν σχόλια :