Ενάντια στης φύσης τη λεηλασία, αγώνας για τη γη και την ελευθερία

Κυριακή, 6 Απριλίου 2014

Ο ρόλος του αστικού πρασίνου

Αναδημοσίευση από τον ιστότοπο Δασαρχείο

Με αφορμή το σ/ν του ΥΠΕΚΑ για τα Ρυθμιστικά σχέδια Αθήνας και Θεσσαλονίκης, όπου γίνεται λόγος για πρόγραμμα οργάνωσης υπερτοπικών πόλων αναψυχής και περιαστικών Μητροπολιτικών Πάρκων, δημοσιεύουμε απόσπασμα από το βιβλίο Αθήνα, ζεις; του Αντώνιου Β. Καπετάνιου (εκδόσεις Φιλιππότη, Αθήνα 2006). Στο κεφάλαιο με τίτλο Ο ρόλος του αστικού πρασίνου ο συγγραφέας επισημαίνει, σχεδόν προφητικά, ότι όροι σαν τους προαναφερόμενους, είναι άγνωστοι στη δασική νομοθεσία με την οποία κατά βάσιν προστατεύονται οι κοινόχρηστοι χώροι πρασίνου.

Ο ρόλος του αστικού πρασίνου

Του Αντώνιου Β. Καπετάνιου
Δασολόγου – Περιβαλλοντολόγου

  Το αστικό και το περιαστικό πράσινο απαιτείται να υπάρχει στη σύγχρονη πόλη. Η λειτουργική, περιβαλλοντική, αισθητική κ.λπ. αξία του είναι αδιαμφισβήτητη και η δημιουργία κι ανάδειξή του πρέπει ν’ αποτελεί πράξη αυτονόητη, με την πρόταξή της ως ανάγκη ζωής. Τούτο συναρτάται μ’ ένα πλέγμα σχέσεων υγιούς κοινωνικής συμπεριφοράς, που δηλοποιεί μια στάση ζωής ανώτερη, στάση ζωής που τη χαρακτηρίζει η σωστή παιδεία και η ποιότητα στις σχέσεις και στις πράξεις των σύγχρονων αστών. Το εν λόγω πράσινο απαιτείται να υπάρχει ορθά, ικανοποιώντας συγκεκριμένες ανάγκες, προϋποθέσεις και κανόνες.

  Το πράσινο της πόλης αποτελεί το τελευταίο καταφύγιο βιοποικιλότητας στ’ αστικά κέντρα. Με το πράσινο (αστικό ή περιαστικό) που δημιουργούμε ή προάγουμε, εισάγουμε στοιχεία της φύσης στην πόλη. Και τούτο είναι ουσιαστικό. Κατά το σχεδιασμό τέτοιων χώρων, θα λέγαμε ότι -κατά μια έννοια- φέρνουμε την ύπαιθρο στην πόλη (με τη δημιουργία, π.χ., άλσους εν αυτής). Ότι προσομοιώνουμε ένα φυσικό οικοσύστημα και μιμούμαστε τη φύση και τους μηχανισμούς της. Έτσι ώστε ο αστός, να δύναται να εξοικιωθεί και ν’ απολαύσει τα «μακρινά» και «πρωτόγνωρα» αγαθά της.


  Ο Μανώλης Γλέζος, έχοντας εντρυφήσει στα ζητήματα σχέσεων του ανθρώπου με το χώρο, αναφέρεται ως εξής σε σχέση με τα παραπάνω: «Είναι φανερό. Για όποιους μελετάνε τα θέματα. Τα χελιδόνια πηγαίνουν γύρω στις περιοχές, στις συνοικίες και χτίζουν τις φωλιές τους. Στο κέντρο ποτέ. Εάν είναι δακτυλιοειδής, είναι δηλαδή εσοχή, εξοχή, δάσος, πολεοδομικός οικισμός, τότε μπορεί το χελιδόνι να μπει μέσα. Και το λέω το χελιδόνι, γιατί εάν έχετε μελετήσει ειδικά την Αθήνα, στην Κυψέλη πάνε χελιδόνια, γιατί υπάρχουν τα Τουρκοβούνια κοντά και είναι το Πεδίο του Άρεως. Σε άλλους οικισμούς δεν πάνε εύκολα τα χελιδόνια. Όχι πως δεν έχουμε μύγες για να φάνε. Μύγες έχουμε πολλές. Ιδίως στα σουβλατζίδικα εδώ στο κέντρο της Αθήνας, έχουμε μπόλικη μύγα…» (παρέμβαση στην ημερίδα που διοργάνωσε το υπουργείο Γεωργίας στην Αθήνα στις 20-3-1998 με θέμα «Τα πράσινα “τείχη” των ελληνικών πόλεων. Προστασία και ανάδειξη των περιαστικών δασών»).

  Το αστικό πράσινο διαμορφώνει, στις περιοχές όπου υφίσταται, μικροκλίμα, που είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την ασφυκτιούσα πόλη. Τα πάρκα, για να δημιουργήσουν ιδιαίτερες μικροκλιματικές συνθήκες, απαιτείται να έχουν μέγεθος επαρκές, ενώ η ευεργετική τους επίδραση είναι μεγαλύτερη με την αύξηση της επιφανείας τους, με ελάχιστο επαρκές μέγεθος την επιφάνεια διαμέτρου 250 μέτρων (Sperber, 1974). Κλειστές επιφάνειες πρασίνου, με δένδρα αραιώς φυόμενα, δημιουργούν ιδιαίτερο κλίμα σε επιφάνεια διαμέτρου 50 μέτρων και άνω (Finke, 1976). Οι χλοοτάπητες (γκαζόν), χωρίς δένδρα ή με την ύπαρξη αραιών και ελαχίστων, δημιουργούν ιδιαίτερο κλίμα σε έκταση εμβαδού 10 στρεμμάτων και πάνω (Wilmers, 1985). Συνεπώς, το να δημιουργούνται στην πόλη χώροι πρασίνου μικροί (κάτω των 10 στρεμμάτων), με γκαζόν κι ελάχιστα δένδρα ή θάμνους να τους πλαισιώνουν, δεν εξυπηρετεί κάποιον ουσιώδη και λειτουργικό σκοπό. Μόνον ως αισθητικό αποτέλεσμα (και αυτό είναι συζητήσιμο) δύναται να έχει ρόλο η παραπάνω δημιουργία. Μάλιστα, η υδροβόρα κι απαιτητική βλάστησή τους, δημιουργεί μεγαλύτερα προβλήματα, παρά επιλύει τα υπάρχοντα. Εκτός κι αν οι εν λόγω εστίες πρασίνου, με διαφορετική βλαστητική και φυσιογνωμική παρουσία, συνδυαστούν με τις λοιπές της ευρύτερης περιοχής και συγκροτήσουν ένα οργανωμένο σύνολο, που δύναται να έχει ρόλο λειτουργικό. Για να συμβεί αυτό όμως, απαιτείται να μελετηθεί σε βάθος το όλο ζήτημα και να υπάρξουν οι κατάλληλες παρεμβάσεις, που θα έχουν σχέση με την εν γένει παρουσία του συγκεκριμένου πρασίνου, ως μέρος ενός συνόλου που θ’ αντιπροσωπεύει το αστικό πράσινο της πόλης.


  Βασικό μέλημα του επιστήμονα που σχεδιάζει το πράσινο της πόλης (αστικό και περιαστικό), ή παρεμβαίνει σε αυτό (ανασυγκροτώντας το και διευθετώντας το κηποτεχνικά), θα πρέπει να είναι η εξυπηρέτηση του λειτουργικού του ρόλου, όπως αυτός προσδιορίστηκε παραπάνω, ώστε να επιτελείται ο θεμελιώδης σκοπός της ύπαρξής του, ως πράσινο. Χωρίς λοιπόν να παραγνωρίζονται κοινές ανάγκες που το πράσινο δύναται να εξυπηρετήσει, όπως του εξωραϊσμού και της αισθητικής ανάπλασης μιας περιοχής (με την εισαγωγή στοιχείων που αναδιατάσσουν τη ψυχρή εικόνα της πόλης, του τονισμού των στοιχείων εκείνων που προσθέτουν στην εικόνα της ότι αναίτια της λείπει -χρώμα, εναλλαγές, αντιθέσεις κ.ά.-, κ.λπ.), αυτό θα πρέπει νάχουμε κατά νου: το πράσινο, να εξυπηρετεί τον φύσει ρόλο του. Eίναι χαρακτηριστικό το γεγονός πως όταν δημιουργήθηκε από τον δήμο του Παρισιού το πάρκο της Βουλώνης το έτος 1852, το οποίο έχει εμβαδόν 8.000 στρεμμάτων περίπου, αφέθηκε τμήμα του -πέραν του διαρρυθμισμένου κατά το γαλλικό πρότυπο για τη ψυχαγωγία του κοινού-, το οποίο τέθηκε έξω από κάθε παρέμβαση, για να υπάρχει τέλεια μίμηση των μηχανισμών της φύσης (αναγέννηση, θάνατος, αποσύνθεση).

  Τον ρόλο του όμως τον εξυπηρετεί το αστικό πράσινο σήμερα; Η απάντηση είναι πως, στις περισσότερες των περιπτώσεων, όχι. Σήμερα δεν σχεδιάζουμε πράσινο κατά το πρότυπο που η φύση μας υποδεικνύει. Δημιουργούμε πράσινο, έχοντας συνήθως κατά νου την ενσωμάτωση σε αυτό δραστηριοτήτων, που τους έχουμε προσδώσει το χαρακτήρα της κοινής ωφέλειας. Έτσι, που στο τέλος να διερωτώμαστε για το ποιά είναι η χρήση του χώρου, εάν δηλαδή αυτός είναι χώρος πρασίνου ή, -π.χ.- χώρος αθλοπαιδιών, με το πράσινο ν’ αποτελεί στοιχείο του, χωρίς όμως να τον χαρακτηρίζει. Ο χώρος πρασίνου συνηθίζεται να «γεμίζεται» με χρήσεις (διάφορες και ετερόκλητες), οι οποίες μάλιστα δεν επιθυμούνται πουθενά αλλού στην πόλη (!), εφαρμόζοντας έτσι μιαν «ελληνική πρακτική»: Κλέβονται εδάφη από τους χώρους πρασίνου (αλλά και από τους ελεύθερους χώρους, που μπορούν ν’ αποτελέσουν το εν δυνάμει πράσινο της πόλης) και καταστρέφεται η βλάστηση την οποία φέρουν, για να δημιουργηθούν εκεί σχολειά, νοσοκομεία, αθλητικές εγκαταστάσεις, παιδικές χαρές, αναψυκτήρια κ.λπ.

  Ως τέτοιο παράδειγμα αναφέρεται η περίπτωση του Άλσους Περιστερίου, οπού εντός του βρίσκουμε πάρκο κυκλοφοριακής αγωγής, εκθεσιακό κέντρο, χώρο γκαράζ κ.ά. –υπάρχουν πολλά τέτοια παραδείγματα σε πόλεις της Ελλάδας και ιδία στην Αθήνα. Μάλιστα, τον Σεπτέμβρη του 2005 η Δημοτική Αρχή Περιστερίου πήρε απόφαση τροποποίησης του γενικού πολεοδομικού σχεδίου Περιστερίου, με την μετατροπή του τμήματος «Ζουμπούλια», όπου βρίσκεται το εκθεσιακό κέντρο, σε οικοδομικό τετράγωνο!

  Η ικανοποίηση του δημοσίου συμφέροντος, εξάλλου, αποτελεί την επωδό εκείνων που αποσκοπούν στην -με διάφορο τρόπο- αξιοποίηση των εκτάσεων πρασίνου (ζήτημα, βέβαια, γεννάται με ποιο σκεπτικό το αναψυκτήριο, π.χ., εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον!...) Αποτέλεσμα των παραπάνω είναι ο χώρος πρασίνου να έχει εκπέσει του σκοπού για τον οποίο προορίζεται και να μην επιτελείται πλέον αυτός, συνιστώντας τελικά έναν κοινόχρηστο χώρο πολλαπλών χρήσεων («τόπος συνάθροισης του κοινού», είναι ένας νέος όρος που τελευταίως χρησιμοποιείται).

  Πρέπει εντούτοις να τονίσουμε ότι, βεβαίως και θα λαμβάνεται υπόψη η -διεθνής εξάλλου- πρακτική απόδοσης αστικών εδαφών σε κοινοχρησία, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για τη δημιουργία αθλητικών εγκαταστάσεων, παιδικών χαρών κ.λπ. Όπως, και ότι τα εδάφη αυτά θα πρέπει να συνδιάζονται -κατά το δυνατόν- με τα προοριζόμενα ή τα χρησιμοποιούμενα σα χώροι πρασίνου. Στην Ελλάδα, όμως, κάνουμε κάτι άλλο. Καταστρέφουμε τους χώρους πρασίνου για να δημιουργήσουμε εγκαταστάσεις «κοινής αποδοχής», ή εγκαθιστούμε στους υπάρχοντες αυτούς χώρους τις «αυτονόητες έτερες χρήσεις», καθιστώντας τες κυριαρχικές έναντι του πρασίνου. Κατ’ αυτό τον τρόπο απαξιώνουμε περιβαλλοντικά, οικολογικά κ.λπ. το πράσινο και το καθιστούμε λειτουργικά προβληματικό, σε σχέση με τον ουσιαστικό ρόλο που οφείλει ν’ επιτελέσει, ως προς την αναβάθμιση του αστικού περιβάλλοντος και της ποιότητας ζωής του κατοίκου της πόλης.

  Λέγουμε, λοιπόν, το εξής: Στις μέρες μας δε δημιουργούμε άλση (γιατί τα παραγνωρίζουμε αλήθεια;), με την έννοια της διαμόρφωσης συμπαγών συστάδων, που παραπέμπουν στις αντίστοιχες φυσικές. Αλλά κι όταν τα δημιουργούμε ή παρεμβαίνουμε διαχειριστικά στα υφιστάμενα, δεν προσέχουμε ώστε να τηρείται η φυσική τάξη του δάσους, με τη δημιουργία -λόγου χάριν- υπορόφου κι ανωρόφου σε αυτά. Επίσης, δε δημιουργούμε πάρκα όπου θ’ αναπαριστώνται εκεί οι μηχανισμοί της φύσης ή θα συγκροτούνται τα ιδιαίτερα περιβάλλοντά της (υδάτινο, λιβαδικό κ.ά.). Δε δημιουργούμε, τέλος, κήπους μεσογειακούς, με την παρουσία της όμορφης, πολυποίκιλης και λιτοδίαιτης αυτοφυούς βλάστησης του τόπου μας, οι οποίοι θ’ αρμόσουν με το περιβάλλον εγκατάστασής τους και θάχουν άριστη προσαρμογή στις τοπικές κλιματοεδαφικές συνθήκες. Ακολουθώντας τυφλά τα πρότυπα συγκεκριμένων κηποτεχνικών σχολών, υποπύπτουμε σε μοιραία λάθη. Για παράδειγμα, στην αγγλική σχολή κηποτεχνίας επικρατούν οι μεγάλοι ανοικτοί χώροι στο τοπίο, οι οποίοι καλύπτονται από χλοοτάπητα. Η παραπάνω διαμόρφωση αποτελεί πολυτέλεια, για το ξηρό κι άνυδρο περιβάλλον του λεκανοπεδίου της Αττικής. Κι όμως, τούτο συνήθως εφαρμόζεται…

  Η έγνοια των καιρών μας -κατά την, σύμφωνα με την άποψή μας, λανθασμένη αντίληψη περί της δημιουργίας των αστικών χώρων- είναι το πώς θα διαμορφώσουμε κηποτεχνικά τους εν λόγω χώρους (γι’ αυτό, ίσως, δε δημιουργούμε πλέον άλση;), για να μπορούν καλύτερα να τους απολαμβάνουν οι αστοί. Τούτο έχει επικρατήσσει ως άποψη και προάγεται ως μη αμφισβητήσιμη ενέργεια, εμπεριέχει όμως κατά την άποψή μας μία πλάνη. Εφόσον θεωρούμε ότι με τις εν λόγω δημιουργίες μιμούμαστε τη φύση και τους μηχανισμούς της, τότε μήπως με την κηποτεχνική τους διαμόρφωση προβαίνουμε σε καταστρατήγηση της πρόθεσής μας; Είναι ένα ζήτημα αυτό, που έχει σχέση και με την αντίληψη του αστού για το χώρο. Θέλουμε ένα φυσικό σύστημα στην πόλη, για να απολαμβάνεται ωσάν να ευρισκόσουν στη φύση (βλέπε τα άλση) ή μια στυλιζαρισμένη φυσικού χαρακτήρα κατασκευή οπού η φύση δηλώνεται με στοιχεία της κι όχι ως σύστημα (βλέπε τα πάρκα). Για τη διαμόρφωση της άποψής μας ως προς αυτό αναφέρουμε ότι οι ήδη συγκροτημένοι με πράσινο λόφοι του λεκανοπεδίου της Αττικής, λόγω της σχετικής απομόνωσης που υπέστησαν μες στον αστικό ιστό, ανέπτυξαν ιδιαίτερη και ενδιαφέρουσα χλωρίδα και πανίδα, συνιστώντας αξιόλογα από οικολογικής και περιβαλλοντικής άποψης φυσικά συστήματα, τα οποία με τυχόν μελλοντική κηποτεχνική τους διευθέτηση ή αξιοποίηση, θα κινδύνευαν.


  Κάτι άλλο επίσης, που πολύ λίγο σήμερα λαμβάνεται υπόψη κατά το σχεδιασμό χώρων πρασίνου, είναι η έννοια του τοπίου. Η διατήρηση, προβολή κι ανάδειξη του τοπίου της περιοχής, στο πλαίσιο του παραπάνω σχεδιασμού, θα πρέπει ν’ αποτελεί μέλημα του δημιουργού. Στοιχεία που το αντιπροσωπεύουν, που το χαρακτηρίζουν, θα πρέπει να προσεχθούν, να τονιστούν ή ακόμη (γιατί όχι…) να εισαχθούν. Κάτι τέτοιο, όμως, είναι έξω από την επικρατούσα λογική. Η καταστροφή δε τούτων αποτελεί μια συνήθη πρακτική, «στα πλαίσια της δημιουργίας». Οι παρεμβάσεις που συνήθως πραγματοποιούνται, όχι μόνον δεν αναδεικνύουν το τοπίο της περιοχής, αλλά, πολλές φορές αποβαίνουν μοιραίες γι’ αυτό. Αναφέρεται, για παράδειγμα, η περίπτωση όπου δήμαρχος σε παραλιακό δήμο της Αττικής, έκοψε τα φυσικώς φυόμενα πεύκα της παραλίας και τοποθέτησε εκεί συντριβάνι!

  Σήμερα δημιουργούμε «υπερτοπικά πάρκα», «μητροπολιτικά πάρκα», «θεματικά πάρκα» (τι μεγαλεπήβολοι όροι κι αυτοί, αλήθεια!..), με το υδροβόρο γκαζόν, τις αρχιτεκτονικές κατασκευές και τις ατέλειωτες πλακοστρώσεις (γενικώς, με την επικράτηση των σκληρών υλικών) να κυριαρχούν. Ενώ η βλάστηση περιορίζεται στη διασπορά συνήθως λιγοστών φυτών εντός του γκαζόν και διά των πλακών, ή στη δημιουργία μικρών συνδεδριών «ατάκτως ερρημένων» στο χώρο, για να γεμίζουν το πλάνο. Και, συνδυαστικά, με την αντίληψη περί μεικτών χρήσεων (η οποία, στις περισσότερες περιπτώσεις, απορρέει από μια εισπρακτική πρακτική), έρχονται να προστεθούν χρήσεις ετερόκλητες, λες και χωρίς αυτές δε νοείται κοινόχρηστο πράσινο! Ετούτες, στο τέλος κυριαρχούν, ακυρώνοντας την επιδιωκώμενη αποστολή του πρασίνου.

  Σημείωνε σε σχέση με τα παραπάνω ο Κώστας Μπίρης, αναφερόμενος στον Κήπο του Άρεως: «Η άσφαλτος, το άχαρο υλικό, με την παγερή και μαύρη γυαλάδα, που η φύσις δεν το ανέχεται στην επιφάνειά της και η φαντασία του λαού το έβαλε στην κόλαση, επήρε θέση στην καλλιτεχνική σύνθεση ενός φυσικού τοπίου, μέσα σ’ ένα τόσο λεπτά αισθητικό θέμα…» (Μπίρη Κ., «Δημόσιοι αρχιτέκττονες», Νέα Εστία, τόμος ΛΣΤ, τεύχος 411-412, Αθήνα 1947).

  Η, δε, άποψη του Δήμου Αθηναίων, σε σχέση με τις «χρηστικές» εγκαταστάσεις που προάγονται στους αστικούς χώρους πρασίνου, είναι αυτή: «…Διαπιστώνεται ότι σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπως το Πεδίον Άρεως, ο Λόφος Σκουζέ και ο Λόφος του Στρέφη, η μη ύπαρξη εγκαταστάσεων που θα προσέλκυαν μεγαλύτερο αριθμό επισκεπτών καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας και της νύχτας, οδηγεί ουσιαστικά σε υποβάθμιση των χώρων» (από δελτίο τύπου του δήμου Αθηναίων, δημοσιευθέν στο φύλλο 10ης-12-2005 της εφημερίδας «Η Καθημερινή»).

  Πρέπει εν προκειμένω να επισημανθεί ότι όροι σαν τους προαναφερόμενους (υπερτοπικό, μητροπολιτικό, θεματικό πάρκο), είναι άγνωστοι στη δασική νομοθεσία, με την οποία κατά βάσιν προστατεύονται οι εν λόγω εκτάσεις, καθώς και ότι οι χρήσεις που συνδυαστικά ενυπάρχουν σε αυτές (αθλητικές, ψυχαγωγικές κ.λπ.), απαγορεύονται. Σύμφωνα με τη δασική νομοθεσία (άρθρο 49 παράγραφος 1 νόμου 998/1979), επί πάρκων και αλσών επιτρέπεται να επέμβουμε μόνον για την κατασκευή οδού, που εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, ενώ οι κατασκευές που μπορούν να πραγματοποιηθούν είναι συγκεκριμένες και έχουν σχέση με τη δημόσια υγεία και την εξυπηρέτηση του πολίτη. Δηλαδή, κατά το πνεύμα του νομοθέτη, τα πάρκα και τα άλση θα πρέπει να συνιστώνται καθαρώς από πράσινο, χωρίς την ύπαρξη χρήσεων που τ’ αλλοιώνουν (βλέπουμε δηλαδή ότι το καθεστώς προστασίας των πάρκων και των αλσών, είναι αυστηρότερο σε σχέση με τα δάση, ακόμη και με τις αναδασωτέες εκτάσεις!) Στα «νέου τύπου» πάρκα όμως, υπάρχει άλλη αντίληψη κατά τη δημιουργία τους, που τ’ απομακρύνει από την έννοια του πάρκου, όπως η δασική νομοθεσία την έχει καθορίσει…

  Πάντως, και τούτο θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη, η νέα αντίληψη περί αστικού και περιαστικού πρασίνου, παραπέμπει στη διατήρηση του φυσικού τοπίου, ιδίως στην περιφέρεια και στα όρια των πόλεων, με την προστασία λόφων, οικολογικών ζωνών, παραδοσιακών αγρών, κήπων κ.λπ. Η επέμβαση που αποσκοπεί στην αναμόρφωση και στον ανασχεδιασμό αυτών των χώρων, ώστε να προκύψουν μητροπολιτικού ή υπερτοπικού χαρακτήρα πάρκα, όπως αυτά ανωτέρω αναφέρθηκαν, ή στη δημιουργία νέων τέτοιων, αποτελεί πρακτική (λογική αν θέλετε) που τα διαστέλλει από το σκοπό ύπαρξής τους και καθιστά το πράσινο «υποτελή» των ετερόκλητων χρήσεων εν αυτώ!

Του Αντώνιου Β. Καπετάνιου

Απόσπασμα από το βιβλίο: «Αθήνα, ζεις; Η πόλη που έφυγε, η πόλη που μένει…» του Αντώνιου Β. Καπετάνιου, (Εκδόσεις Φιλιππότη, 2006)

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

*** Τα ανώνυμα σχόλια δεν θα δημοσιεύονται πάντα. ***