Ενάντια στης φύσης τη λεηλασία, αγώνας για τη γη και την ελευθερία

Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2009

Αστικοποίηση των δασών, η περίπτωση της Β. Αττικής

Μανώλης Γιοματάρης, εκπρόσωπος της Μ.Κ.Ο. «Πευκίτες»

Η Αστικοποίηση των δασών είναι στην πραγματικότητα η καταστροφή των δασών. Η κατανόηση των βαθύτερων αιτιών που οδήγησαν σε αυτή την παρανοϊκή συμπεριφορά έναντι της φύσης είναι αναγκαία για τη σφαιρική παρουσίαση του προβλήματος. Θα παρεκκλίνω ελάχιστα από το θέμα της εισήγησης και θα μιλήσω λίγο και για τις αγροτικές γαίες διότι μας ανησυχεί πλέον όχι μόνο η καταστροφή των δασών αλλά και των αγροτικών γαιών και όλων εκείνων των εκτάσεων που στην Αττική αποτελούσαν και αποτελούν ακόμη σε κάποια σημεία αυτό που είναι παγκοσμίως γνωστό ως «αττικό τοπίο» με την έννοια του οποίου γαλουχήθηκαν γενιές ολόκληρες, κυρίως στη δύση και αποτελεί μέρος αυτού που ονομάζουμε κληρονομιά μας .

Ιστορική αναδρομή

Η τύχη των δασών της Αττικής συνδέθηκε άρρηκτα με τον σχηματισμό της μεγάλης ιδιοκτησίας κατά τον 19ο αι. που δημιουργήθηκε μετά την απελευθέρωση. Δυστυχώς, ο περιορισμένος χρόνος δεν επιτρέπει την ανάλυση της περιόδου για την οποία πρέπει όμως να υπογραμμιστεί ότι κατά τη διάρκεια της δημιουργούνται τα μεγάλα ιδιωτικά και μοναστηριακά κτήματα που κυριαρχούν στις περιοχές της Αττικής έως τον μεσοπόλεμο.

Το 1923 έχουμε τον πρώτο Γ.Ο.Κ. λόγω της άφιξης των προσφύγων από τη Μ. Ασία, ενώ λίγο αργότερα ξεκινάει η ίδρυση εξοχικών ή και προσφυγικών συνοικισμών σε μεγάλα κτήματα κοντά στην Αθήνα. Ιδρύονται έτσι οι εξοχικοί συνοικισμοί της Εκάλης (1924) του Διονύσου (1928) και της Ρέας (1929), αλλά και οι συνοικισμοί της Δροσιάς (1926) και ο «αγροτικός συνοικισμός των αξιωματικών» (1935).

Έχουμε λοιπόν ήδη πράξεις της διοίκησης που εντάσσουν δασικές εκτάσεις στο σχέδιο πόλης.


Αυτά συμβαίνουν όταν ήδη στον πρώτο δασικό κώδικα του 1929 απαγορεύεται η κατάτμηση των δασών αλλά και η υπαγωγή τους σε σχέδιο πόλης χωρίς προηγούμενη άδεια του Υπ. Γεωργίας, ενώ από το 1924 η πώληση και οικοπεδοποίηση εκτός σχεδίου δασικών εκτάσεων δεν μπορούσε να γίνει βάσει ιδιωτικού ρυμοτομικού σχεδίου. Ορισμένοι όμως εξοχικοί συνοικισμοί δημιουργούνται παράνομα παρά τη θέσπιση των παραπάνω διατάξεων.

Στον Μεσοπόλεμο μεγάλες δασικές εκτάσεις ήδη καταστρέφονται προς όφελος της οικιστικής ανάπτυξης αφού πωλούνται με ή χωρίς άδειες κατάτμησης του Υπ. Γεωργίας , επομένως αρχίζει ήδη από την εποχή αυτή η αυθαίρετη οικοπεδοποίηση.

Μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου και στις δεκαετίες 50 και 60 έχουμε μεγάλη πληθυσμιακή αύξηση της Αθήνας και υπάρχουν επομένως αυξημένες οικιστικές ανάγκες Κατά τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες εντείνονται οι διαδικασίες κατακερματισμού της δασικής γης, η οποία είναι φθηνή και αγοράζεται παράνομα από οικοδομικούς συνεταιρισμούς και μεμονωμένους ιδιώτες.

Σε δασικές εκτάσεις όμως δεν δημιουργούνται πολυπληθείς αυθαίρετοι οικισμοί λαϊκών στρωμάτων όπως συμβαίνει την ίδια περίοδο σε πολλές περιοχές στην Αττική εκτός ελάχιστων εξαιρέσεων. Οι δασικές εκτάσεις προορίζονται κυρίως για προνομιούχες κατηγορίες του πληθυσμού και η οικοπεδοποίηση τους γίνεται παράνομα κυρίως μέσω οικοδομικών συνεταιρισμών. Παράνομα γιατί από το 1948 μέχρι το 1971 η νομοθεσία απαγόρευε την κτήση εκτός σχεδίου δασικών εκτάσεων από οικοδομικούς συνεταιρισμούς και την υπαγωγή τους σε σχέδιο πόλεως.

Οι παραπάνω διαδικασίες οικιστικής ανάπτυξης συντελούνται και στο δασόκτημα Σταμάτας – Διονύσου, όπου μεγάλοι οικοδομικοί συνεταιρισμοί εγκαταστάθηκαν μεταπολεμικά και στη συνέχεια άλλοι πέτυχαν την υπαγωγή τους στο σχέδιο άλλοι όχι.

Στη δεκαετία του ΄50 εντάσσεται τμηματικά στο σχέδιο πόλης όλη η περιοχή της Δροσιάς, βόρεια του συνοικισμού της Ρέας. Επίσης εγκρίνονται τα σχέδια των Ο.Σ. των «Δημοσιογράφων» στην Εκάλη (1951) του Εύξεινου Πόντου και της «Προκοννήσου» στη Σταμάτα (1955) , της Ν. Αιολίδας στο Διόνυσο (2800 στρ) (1962), της Αναγέννησης το 1965 και της «Παμμεσσηνιακής ένωσης» και «Ρέας Μεσσηνίων Δασικών» το 1969. Τα παραπάνω σχέδια των Ο.Σ. αν και εγκεκριμένα δεν θεωρούνται έγκυρα εφόσον απαγορευόταν η κτήση δασικών εκτάσεων από Ο.Σ., μέχρι το 1971.

Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας και συγκεκριμένα το 1971 με το Ν. 886 για πρώτη φορά η νομοθεσία επέτρεψε να εντάσσονται δάση και δασικές εκτάσεις σε σχέδια πόλεως. Πώς όμως τουλάχιστον έως το 1971 οι αυθαίρετα οικοπεδοποιημένες εκτάσεις εντάχθηκαν στα σχέδια πόλης; Η απάντηση είναι ότι οι δασικές εκτάσεις πωλούνταν βάσει ιδιωτικού ρυμοτομικού σχεδίου σε ιδιώτες (κυρίως σε μεσαία και υψηλά εισοδήματα). Τα σχέδια αυτά εγκρίνονταν στη συνέχεια χωρίς άδεια κατάτμησης και προσυπογραφή του Υπ. Γεωργίας . Αν και δεν θεωρούνται έγκυρα δεν ανακαλούνται και σύμφωνα με τον πρώην γενικό διευθυντή της Δ/νσης Δασών κ. Φριαγκουδάκη (βλ. Βήμα 31.7.05) το ΥΠΕΧΩΔΕ, ενώ γνωρίζει ότι είναι άκυρα αυτά τα σχέδια, εξακολουθεί να τα υλοποιεί διαμέσου των πολεοδομικών υπηρεσιών κατά τρόπο αντισυνταγματικό και παράνομο από απόψεως πολεοδομικής αλλά και δασικής νομοθεσίας και πολλές φορές γνωρίζοντας ότι οι εκτάσεις αυτές κατά τεκμήριο ανήκουν στο ελληνικό Δημόσιο.

Στο «θολό» αυτό τοπίο οικοδομούνται πολλές περιοχές στην ΒΑ Αττική κυρίως στις παρυφές αλλά και στις πλαγιές του Πεντελικού. Παραδείγματα των παραπάνω είναι η Καλλιτεχνούπολη και ο Αγ. Σπυρίδωνας (κοντά στο Ντράφι),περιοχές και οι δύο όπου εντάχθηκαν μονομερώς στο σχέδιο πόλης χωρίς την προσυπογραφή δηλ. του διατάγματος από το Υπουργείο Γεωργίας. Στον Βουτζά το σχέδιο προ του ΄75 επεκτείνεται μέσα σε δασική περιοχή . Πώς γίνεται αυτό; Σύμφωνα με τον κ. Φραγκιουδάκη στα όρια των σχεδίων πόλεως συχνά οι πολεοδομικοί σχεδιασμοί βάζουν ανοιχτά οικοδομικά τετράγωνα τα οποία μετακυλίουν διαρκώς κατά τα όρια τους με αποτέλεσμα να χτίζουν αυθαίρετα στα δάση. (Αυτό το τρικ θα το δούμε και στην περίπτωση του Διονύσου).

Πολλές εκτάσεις κυρίως οικοδομικών συνεταιρισμών πιέζουν για εντάξεις στα σχέδια πόλης. Το σύνταγμα έχει θέσει φραγμούς στην πολιτεία σε ότι αφορά τη δόμηση σε δάση και δασικές εκτάσεις, όμως εκείνη συνεχώς αυθαιρετεί. Αυθαιρετεί λόγω του παραλογισμού που επικρατεί στη διοίκηση. Έτσι λοιπόν το δασαρχείο δεν ελέγχει εφόσον υπάρχει ρυμοτομικό σχέδιο το οποίο μπορεί να είναι παράνομο αλλά δεν έχει ανακληθεί ως άκυρο, οπότε εφαρμόζεται από τις κατά τόπους πολεοδομίες. Συχνά επίσης υπηρεσίες της διοίκησης δεν συνεργάζονται σωστά με αποτέλεσμα η μια να κάνει πράξεις αγνοώντας την άλλη .

Με τον τρόπο αυτό, σύμφωνα με τον κ. Φριαγκουδάκη, έχει χτιστεί το 70ο/ο των δασών που ήταν αδόμητα το 1979 και είχαν παρανόμως ενταχθεί σε σχέδια πόλης, ενώ από το 1983 έως σήμερα μόνο 8000 στρέμματα από όσα εντάχθηκαν στην Αττική δεν είχαν προβλήματα από απόψεως δασικής νομοθεσίας. Επομένως οικισμοί και σχέδια πόλης μέσα στο Πεντελικό συχνά είναι άκυρα.

Αναζητώντας τις αιτίες της καταστροφής των δασών μας, υπό οποιαδήποτε μορφή,θα πρέπει σίγουρα να διακρίνουμε τις νέες τάσεις που εμφανίστηκαν κατά την περίοδο της μεταπολίτευσης στη νεοελληνική κοινωνία. Μία από αυτές τις τάσεις ήταν και είναι η μαζική στροφή των ανθρώπων της πόλης προς αναζήτηση εξοχικής κατοικίας. Έτσι λοιπόν οι νεοέλληνες, αφού κατέστρεψαν τις υπέροχες έως τις αρχές της δεκαετίας του ’50 ελληνικές πόλεις κατεδαφίζοντας τα περισσότερα νεοκλασικά και λαϊκότροπα αρχιτεκτονήματα, δημιουργώντας πόλεις απωθητικές που άρχιζαν να γίνονται και ρυπογόνες, εξωθήθηκαν με καινούργια μανία στην καταστροφή της ελληνικής υπαίθρου και του μοναδικού ελληνικού τοπίου με ότι αυτό συνεπάγεται.

Αυτή η τάση άρχισε να διαφαίνεται για πρώτη φορά στα τέλη της δεκαετίας του 70.

Ικανοποιώντας αυτή την τάση, οι κυβερνήσεις της Ν.Δ. κι εν συνεχεία του ΠΑΣΟΚ άρχισαν να «δίνουν τα δάση στο λαό», επιβραβεύοντας τους καταπατητές του παρελθόντος κι ενθαρρύνοντας τους μελλοντικούς μιμητές τους. Κι αυτό παρόλο που -μετά τη δασοκτόνα νομοθεσία της χούντας (Ν.Δ. 86/1969)- το Σύνταγμα του 1975 φρόντισε, πρώτη φορά στην ιστορία του ελληνικού κράτους, να προστατέψει θεσμικά τα δάση με τα άρθρα 24 και 117 (υποχρεωτική αναδάσωση των καμένων κι απαλλοτρίωση ιδιωτικών δασών μόνο υπέρ του Δημοσίου).

Η πρώτη τομή σημειώθηκε με τον Ν. 998/1979. Ο νόμος αυτός έθεσε τις βάσεις για τον αέναο αποχαρακτηρισμό δασικών εκτάσεων και τη μετατροπή τους σε οικόπεδα αφού περιείχε πολλά άρθρα που επέτρεπαν την οικοδόμηση των δασών και δασικών εκτάσεων κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις.

Το 1979 έχουμε το Π.Δ. που επιτρέπει την οικοδόμηση στον οικ. συνεταιρισμό των γιατρών «Ιπποκράτειος Πολιτεία» στην Πάρνηθα.

Τη δεκαετία του ’80 η ρήση «δώστε τα δάση» στον λαό ενδυναμώθηκε ενώ παράλληλα πίσω από κάθε μεγάλη πυρκαγιά υπήρχε κάποιος «εξωτερικός» ή «εσωτερικός εχθρός του έθνους» και μυστικά σενάρια που ήθελαν να πλήξουν την χώρα. Την ίδια στιγμή που τα παραπάνω σενάρια έδιναν κι έπαιρναν, μια σειρά νομοθετικών ρυθμίσεων έκλειναν το μάτι (κι άνοιγαν την όρεξη) σε νέες γενιές οικοπεδοφάγων.

Τα τελευταία χρόνια απαρατήρητος σχεδόν έχει περάσει ένας καταιγισμός νομοθετικών, με στόχο την άρση της προστασίας των δασών και τη μετατροπή σε αξιοποιήσιμα φιλέτα. Εννοώ τον ν.3208/2003, το «Χωροταξικό Σχέδιο Τουρισμού» που επιτρέπει το χτίσιμο «σύνθετων και ολοκληρωμένων τουριστικών υποδομών» ακόμη και μέσα στις προστατευόμενες περιοχές NATURA, αναγορεύοντας σε «περιοχές προτεραιότητας» τις ακτές της Δυτικής Πελοποννήσου, την επιχειρούμενη αναθεώρηση του άρθρου 24 του Συντάγματος και την επιχειρούμενη μεταβίβαση της αρμοδιότητας του Συμβουλίου Επικρατείας να κηρύσσει αντισυνταγματικές τις δασοκτόνες διατάξεις (όπως έχει κάνει επανειλημμένα μέχρι τώρα) σ' ένα διορισμένο και ισόβιο «Συνταγματικό Δικαστήριο».

Η διοίκηση ακόμη και σήμερα κάποιες φορές συμπεριφέρεται με τέτοιο τρόπο ώστε να υπονομεύει με την στάση της το μέλλον των δασών. Σας αναφέρω το παρακάτω παράδειγμα, το οποίο αντιμετωπίσαμε ως οργάνωση.

Παρατηρήσαμε, λοιπόν, ότι η Κτηματολόγιο Α.Ε. στον αναρτημένο κτηματολογικό χάρτη που απεικόνιζε τα διοικητικά όρια της κοινότητας Σταμάτας χαρακτηρίζει αστικές ζώνες εκτάσεις οι οποίες είναι δασικές και χαρακτηρίζονται τέτοιες και από τη Δασική Υπηρεσία. Η οργάνωσή μας αλληλογραφεί ήδη με τους αρμόδιους φορείς και το θέμα είναι σε εξέλιξη αν και οι μέχρι τώρα απαντήσεις της Κτηματολόγιο Α.Ε. κρίνονται επιεικώς ανεπαρκείς .

Η Περίπτωση της Βόρειας Αττικής

Διόνυσος
[1]

Στις 22/11/1954 με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας επετράπη στον οικοδομικό συνεταιρισμό Ν. Αιολίς να αγοράσει 2.500 στρέμματα για να δημιουργήσει «δασοσυνοικισμό» με την προϋπόθεση να τηρηθούν τρεις όροι οι οποίοι θα διασφάλιζαν το δασικό χαρακτήρα της περιοχής. Από μόνη της αυτή η απόφαση άνοιγε το δρόμο της οικοπεδοποίηση όμως δυστυχώς ούτε οι όροι δεν τηρήθηκαν ούτε ή έκταση παρέμεινε στα 2500 στρ. Ο οικισμός ενετάγη στο σχέδιο επί δικτατορίας με Βασιλικό διάταγμα του 1969 (ΦΕΚ 140/15-7-69). Στις αρχές των δεκαετιών του 80 και 90 έγιναν δύο μεγάλες πυρκαγιές στην περιοχή που είχαν σαν αποτέλεσμα να καούν μεγάλες εκτάσεις όμορες με τη δασική έκταση του οικοδομικού συνεταιρισμού Ν. Αιολίς. Έτσι ο συνεταιρισμός από τα αρχικά 2713 στρέμματα που είχε αγοράσει από το 1954 έως το 1958 για την δημιουργία δασοσυνοικισμού σήμερα φέρεται να κατέχει αδιευκρίνιστο αριθμό στρεμμάτων που πλησιάζει ίσως τα 5000. Εκτάσεις οικοδομήθηκαν παρότι είχαν καεί στην πυρκαγιά του 1990, αλλά δεν κηρύχθηκαν αναδασωτέες είτε γιατί θεωρήθηκαν ως επέκταση του υφιστάμενου σχεδίου είτε γιατί βρέθηκαν άλλες δικαιολογίες.

Σύμφωνα με δημοσιεύματα εφημερίδων το «κόλπο» που χρησιμοποιήθηκε για την οικοδόμηση σε δασική έκταση είναι εκείνο του «ανοικτού οικοδομικού τετραγώνου», όρο που χρησιμοποιούν οι πολεοδομικές υπηρεσίες αλλά αγνοεί το Σ.τ.Ε. (απόφαση 768/1998). Ο συνεταιρισμός το 1962 είχε μεταβιβάσει με συμβόλαια στους συνεταίρους όλα τα οικόπεδα (ΦΕΚ /Δ/70/8/6/62). Όμως συνέχισε να μεταβιβάζει οικόπεδα έως πρόσφατα. Αφού δεν είχε λοιπόν άλλες εκτάσεις, ποιες εκτάσεις συνέχιζε να μεταβιβάζει η Ν. Αιολίδα; Μήπως εδώ έχουμε μια περίπτωση εξόφθαλμης καταπάτησης δημόσιας γης;

Αγ. Στέφανος - Άνοιξη

Η περιοχή αυτή είναι γνωστή για το τέχνασμα της οικοδόμησης στα όρια οικισμού προϋπάρχοντος του 1923. Σε αυτήν την περίπτωση μπορεί κανείς να κτίσει σύμφωνα με το τον Ν. 998/79 σε έκταση που σήμερα είναι δάσος. Έτσι λοιπόν «διευρύνοντας» τα όρια του ενδεχόμενου παλαιού οικισμού χτίζουν σε πολλαπλάσιες εκτάσεις του αρχικού. Παράδειγμα είναι ο οικισμοί του Αγ. Στεφάνου) και Άνοιξης. Σε αυτούς τους δύο οικισμούς τεράστιες δασικές εκτάσεις έγιναν βορά στα χέρια των εμπόρων γης και των εργολάβων. Μετά από γνωμοδότηση του Συνηγόρου του Πολίτη, απόφαση του Σ.τ.Ε. και επίμονες κινήσεις των τοπικών περιβαλλοντικών οργανώσεων διακόπηκαν προσωρινά οι οικοδομικές άδειες στους δύο αυτούς δήμους (διότι φυσικά τα όρια του οικισμού προ του 23 είναι πολύ περιορισμένα σε σχέση με τα σημερινά , όπως αποδεικνύουν οι χάρτες του Caupert). Πράγματι στους παραπάνω χάρτες το Μπογιάτι εμφανίζεται σαν ένα μικρό χωριό. Οι εν λόγω δήμοι μετά την απόφαση της Νομαρχίας που ακύρωσε προσωρινά όλες τις οικοδομικές άδειες, ανήρτησαν στους ηλεκτρονικούς τους πίνακες ενημέρωσης το μήνυμα «Στον αέρα οι περιουσίες μας» και διοργάνωσαν εκδήλωση - κοσμοσυρροή στην οποία πήραν μέρος γνωστοί βουλευτές και πολιτευτές των δύο μεγάλων κομμάτων οι οποίοι και υποσχέθηκαν νομοθετική ρύθμιση του θέματος.

Γ.Π.Σ (Γενικά Πολεοδομικά Σχέδια)

Τα Γ.Π.Σ. σύμφωνα με τον ν. 1337/83 εκπονούνται κυρίως μετά από πρόταση της τοπικής αυτοδιοίκησης. Αν κάποιος ξεφυλλίσει έναν φάκελο εκπόνησης Γ.Π.Σ. από τον Ο.Ρ.Σ.Α.(Οργανισμός Ρυθμιστικού Σχεδίου Αθήνας) θα καταλάβει την προχειρότητα με την οποία εκπονούνται τα Γ.Π.Σ., την προχειρότητα δηλαδή με την οποία χαράσσεται η πολεοδομική και χωροταξική πολιτική στη χώρα μας.

Εγώ προσωπικά μελέτησα το Γ.Π.Σ. της κοινότητας Σταμάτας του 1994 το οποίο ισχύει και σήμερα. Το Γ.Π.Σ. της Σταμάτας δεν λαμβάνει υπόψη τη γεωργική γη, η οποία αποτελεί παραδοσιακή δραστηριότητα στην περιοχή, αναλύει επιφανειακά το φυσικό ανάγλυφο και τον φυσικό πλούτο, περιέχει λανθασμένα στοιχεία σε όρια υφιστάμενων οικισμών , δεν ελέγχει την νομιμότητα των υφιστάμενων οικισμών που δημιουργήθηκαν από τους οικοδομικούς συνεταιρισμούς σε δασικές εκτάσεις, όπως αποδεικνύεται οι προβλέψεις του σε ότι αφορά στατιστικά κυρίως δημογραφικά στοιχεία είναι αρκετά λανθασμένες, αλλά κυρίως δεν λαμβάνει υπόψη του την ανάγκη για μεγαλύτερη οικονομία στον χώρο, όπως αναφέρει ρητά ό νόμος 1337/83, και τις αρχές της βιώσιμης ανάπτυξης, όπως αυτές εκφράζονται στη νομολογία του Ε΄ Τμήματος του Σ.τ.Ε.

Σε ότι αφορά τις υπηρεσίες, το Υπουργείο Γεωργίας δεν ερωτάται, η αρχαιολογική υπηρεσία απαντά διενεργώντας μια αυτοψία στον χώρο χωρίς να διαπιστώσει την ύπαρξη επιφανειακών αρχαιοτήτων (αφού οι επανειλημμένες ρίψεις μπαζών πιθανόν έχουν εξαφανίσει τα στοιχεία που προκύπτουν από τη βιβλιογραφία )και κυρίως δεν ερωτάται η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, η οποία τουλάχιστον από τα ανασκαφικά δεδομένα της περιοχής αλλά και από τη σχετική βιβλιογραφία είχε περισσότερους λόγους να το κάνει.

Επίσης, δεν ορίζονται τα ρέματα και χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι εφόσον πρόκειται για μελέτη και θα έπρεπε να τηρούνται τα στοιχειώδη επιστημονικά κριτήρια, δεν υπάρχουν βιβλιογραφικές παραπομπές παρά μόνο σε ότι αφορά τη σεισμικότητα της περιοχής.

Το Γ.Π.Σ. είναι παλαιό και δεν είναι δυνατή η προσφυγή στο ΣΤΕ αν και η προσφυγή συχνά είναι ασύμφορη οικονομικά για τους ενεργούς πολίτες και σε γενικές γραμμές δεν αποτελεί πανάκεια.

Με αυτό το μη Γ.Π.Σ. σήμερα προχωράει η κοινότητα στη μελέτη για την ένταξη στο σχέδιο πόλης και σύμφωνα με αυτό πρόκειται να ενταχθούν 513 στρέμματα ενώ το παλαιό αρβανιτοχώρι καλύπτει 150 στρέμματα. Δεν πρόκειται επομένως για επέκταση αλλά για τη δημιουργία άλλων τριάμισι οικισμών.

Στη διπλανή κοινότητα της Ροδόπολης επιχειρήθηκε να ενταχθεί στο ΓΠΣ ολόκληρη δασική έκταση αλλά έγινε προσφυγή στο ΣΤΕ και ακυρώθηκε το 1998

Έχουμε λοιπόν την επίσημη πολιτεία που χαράσσει μια πολεοδομική πολιτική ενάντια στον φυσικό πλούτο της χώρας. Πολιτεία η οποία φέρεται πονηρά μην ξεχνώντας από ότι φαίνεται την οθωμανική περίοδο της ιστορίας της. Δηλαδή δοκιμάζει να παρανομήσει και αν δεν γίνει έγκαιρα αντιληπτή προχωράει στο καταστρεπτικό έργο της.

Δεν είναι τυχαίος ο οίστρος της διοίκησης αλλά και συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων σε ότι αφορά τις νέες εντάξεις. Οίστρος που αποτυπώνεται πολύ έντονα στην τελευταία πρόταση του ΥΠΕΧΩΔΕ για το Νέο Ρυθμιστικό της Αθήνας.

Η κατάσταση σήμερα – Προοπτικές

Σήμερα στην Πεντέλη διεκδικούν εκτάσεις η Μονή Πεντέλης, 28 οικοδομικοί συνεταιρισμοί, ιδιώτες και υπάρχουν αμφίβολες δικαστικές αποφάσεις σχετικά με ιδιοκτησιακά ζητήματα Διεκδικήσεις αξιώνει επίσης και μια μεγάλη κοινωνική ομάδα που εκπροσωπείται από απογόνους πρώην ακτημόνων στους οποίους δόθηκαν στον Μεσοπόλεμο κλήροι. Σήμερα πολλές από αυτές τις εκτάσεις προστατεύονται από το Π.Δ. για την προστασία του Πεντελικού (Π.Δ. 755/88), και έχουν μικρή οικονομική αξία. Αν γίνουν οικοδομήσιμες, η αξία τους εκτοξεύεται...

Οι περιοχές του Β.Α. Πεντελικού κατοικούνται κυρίως από πρώην αγρότες – κληρούχους, οι οποίοι ανήκαν σε αρβανίτικες φάρες και έχουν μεταλλαχτεί σε εργολάβους και μεσίτες. Είναι λίγοι άλλα διαχειρίζονται μεγάλες εκτάσεις. Αυτοί αποτελούν μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων και συνήθως εκλέγουν δήμαρχο – πρόεδρο που εκπροσωπεί τα συμφέροντα τους. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν που όλοι σχεδόν οι δήμοι που τους αγγίζει το Π.Δ 755/88 (Πεντελικό κάλος) ζητούν επίμονα την άρση του.

Σε αυτές τις περιοχές παρατηρείται συχνά το φαινόμενο να αφήνονται μεγάλες εκτάσεις ακαλλιέργητες αφού οι ιδιοκτήτες περιμένουν ενδεχόμενη ένταξη στο σχέδιο πόλης. Έτσι απαξιώνεται ένας τρόπος ζωής, δημιουργούνται προσδοκίες για εύκολα κέρδη αδιαφορώντας για την προστασία του περιβάλλοντος. Οι συνεχείς τακτοποιήσεις και εντάξεις δημιουργούν ένα αίσθημα αδικίας απέναντι στους «μη τακτοποιημένους» και παγιώνονται στην κοινωνία παρασιτικές συμπεριφορές.

Από τα παραπάνω κρίνεται επιβεβλημένη η αφαίρεση αρμοδιοτήτων από την τοπική αυτοδιοίκηση σε ότι αφορά την χάραξη χωροταξικής και πολεοδομικής πολιτικής τουλάχιστον σε εκείνους τους δήμους που οι αδόμητες ιδιόκτητες εκτάσεις είναι περισσότερες από τις δομημένες. Η χωροταξική πολιτική είναι μια εθνική πολιτική και πρέπει να εκτελείται από κεντρικά, επιστημονικά όργανα τα οποία θα τηρούν τις αρχές της αειφόρου ανάπτυξης.

Έγινε έως τώρα πιστεύω αντιληπτό ότι υπάρχει από σύστασης του ελληνικού κράτους μια σύμπραξη κρατικών μηχανισμών και μιας μερίδας της κοινωνίας που έχει ως αποτέλεσμα την οικοδόμηση δασικών εκτάσεων και την μετάλλαξη του αττικού τοπίου. Υπόβοσκε πάντα η αντίδραση σε αυτές τις δράσεις, δεν μπόρεσε όμως να εκφραστεί γιατί στην πραγματικότητα δεν προσδοκούσε σε οφέλη, κυρίως οικονομικά, όπως η αντίπαλη ομάδα. Έχω την εντύπωση πως αν και μετά τις τελευταίες πυρκαγιές δεν υπάρξει οργανωμένη αντίδραση απέναντι σε αυτήν την σύμπραξη τότε προμηνύεται ένα μέλλον περισσότερο σταχτί.

Υποσημείωση:
[1] Οι πληροφορίες για αυτήν την περίπτωση προέρχονται από δημοσιεύματα εφημερίδων και κυρίως από τον Ριζοσπάστη της 23/8/2000.

πηγή: Ημερίδα των Οικολόγων Πράσινων για τη Δασοπροστασία, 25/09/09

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

*** Τα ανώνυμα σχόλια δεν θα δημοσιεύονται πάντα. ***